ouzo-tsipouro

Ούζο, τσίπουρο ή τσικουδιά;

Πόσο µοιάζουν ή πόσο διαφέρουν τα τρία εθνικά µας ποτά; Γιατί, για να είµαστε ειλικρινείς, ενώ µερικοί από εµάς µπορεί να έχουν καταναλώσει εκατοντάδες κιλά απ’ το καθένα, γνωρίζουµε λίγα έως ελάχιστα πράγµατα για τον τρόπο παραγωγής και τις ιδιαιτερότητές τους.
Aπό τον Α. Ν. Ανδρουλιδάκη

Ούζο, τσίπουρο ή τσικουδιά;

Πόσο µοιάζουν ή πόσο διαφέρουν τα τρία εθνικά µας ποτά; Γιατί, για να είµαστε ειλικρινείς, ενώ µερικοί από εµάς µπορεί να έχουν καταναλώσει εκατοντάδες κιλά απ’ το καθένα, γνωρίζουµε λίγα έως ελάχιστα πράγµατα για τον τρόπο παραγωγής και τις ιδιαιτερότητές τους. AΠΟ ΤΟΝ Α. Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

1 ouzo-tsipouro

Ας πούµε, η βασική διαφορά ανάµεσα στο ούζο και στα άλλα δύο βρίσκεται στην πρώτη ύλη. Ενώ το τσίπουρο και η τσικουδιά προέρχονται από την απόσταξη των υπολειµµάτων της οινοποίησης, δηλαδή αποκλειστικά από σταφύλια, για το ούζο χρησιµοποιείται καθαρή αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, που µπορεί να προέρχεται από µελάσα (ζαχαροκάλαµο), τεύτλα, δηµητριακά ή οτιδήποτε άλλο. Τούτο σηµαίνει πως το τσίπουρο και η τσικουδιά «κουβαλάνε» τα χαρακτηριστικά του σταφυλιού και του τόπου απ’ όπου προέρχεται, σε αντίθεση µε το ούζο, που αποκτά γευστική ταυτότητα µε τον αρωµατισµό του. Από την άλλη, η περιεκτικότητα του ούζου σε µεθανόλη είναι σχεδόν µηδενική, ενώ της τσικουδιάς, ειδικά της χύµα, η οποία είναι συνήθως προϊόν µονής απόσταξης, είναι σηµαντικά αυξηµένη. Η µεθανόλη, γνωστή και ως ξυλόπνευµα, είναι µια αλκοόλη που προέρχεται κυρίως από τα ξυλώδη τµήµατα του σταφυλιού, τα κουκούτσια και τους βοστρύχους και που σε µεγάλες συγκεντρώσεις µπορεί να γίνει επικίνδυνη. Στην περίπτωση βέβαια των εµφιαλωµένων επώνυµων προϊόντων, που υφίστανται ελέγχους, τα όρια της µεθανόλης κινούνται µέσα στο πλαίσιο που θέτει ο νόµος.
Ύστερα, διαφέρει η διαδικασία παραγωγής τους. Η κρητική τσικουδιά, που η ονοµασία της παραπέµπει ακριβώς στα τσίκουδα, δηλαδή στα στέµφυλα, δεν αρωµατίζεται ποτέ. Το τσίπουρο, ανάλογα µε την παράδοση κάθε περιοχής, µπορεί να είναι σκέτο ή να αρωµατίζεται µε γλυκάνισο, που συνήθως προστίθεται στη δεύτερη απόσταξη. Αντιθέτως, το ούζο εξ ορισµού ανήκει στη µεγάλη οµάδα των αλκοολούχων ποτών που αρωµατίζονται µε γλυκάνισο, αλλά ο τρόπος του αρωµατισµού ποικίλλει ανάλογα µε την ποιοτική κατηγορία του. Από τα φθηνά ούζα της… µπανιέρας όπου απλώς αναµειγνύονται αλκοόλη, νερό και άρωµα γλυκάνισου, µια διαδικασία θεωρητικώς µη επιτρεπόµενη, µέχρι τα έξοχα ούζα του Πλωµαρίου, µε τις αυστηρές προδιαγραφές, όπου το σύνολο της αλκοόλης αποστάζεται, συνήθως δύο φορές, µαζί µε τα αρωµατικά, οι διαφορές τόσο στην ποιότητα όσο και στην τιµή είναι πολλές.
Τελικά, όµως, τι διαλέγουµε από τα τρία; Καθένα, νοµίζω, έχει τη χάρη του και τη στιγµή του. Τίποτα καλύτερο από το ούζο Μυτιλήνης µε τις µαγικές σαρδέλες Καλλονής, παπαλίνες τις λένε, µόλις παστωµένες, καλοκαιράκι, να κοιτάζεις το Αιγαίο. Ή την εξαιρετική τσικουδιά Varvaki, από τη Σητεία, µε οφτή πατάτα, παστές ελιές και φρέσκια αγριαγκινάρα, άνοιξη, στο οροπέδιο του Λασιθίου. Και ακόµη, το µακεδονίτικο τσίπουρο µε τσούσκα πιπεριά, χειµώνα στο Βελβεντό. Όλα όµορφα, αρκεί να µας παρέχουν και εγγυήσεις ασφάλειας. Κι εµείς θα επιµένουµε ότι τέτοιες εγγυήσεις προσφέρει µόνο το επώνυµο εµφιαλωµένο προϊόν!



ΤΑΞΙΔΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ